Η Λευκίμμη, η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Κέρκυρας, βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νησιού και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους και ιστορικότερους οικισμούς της περιοχής. Η γεωγραφική της θέση, σε συνδυασμό με τον πλούτο της πεδινής και ημιορεινής της ενδοχώρας, συνέβαλε καθοριστικά στη διαχρονική της ανάπτυξη.
Η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή ανάγεται στην αρχαιότητα, γεγονός που τεκμηριώνεται τόσο από αρχαιολογικά κατάλοιπα όσο και από ιστορικές μαρτυρίες. Η Λευκίμμη και η ευρύτερη περιοχή της αποτέλεσαν από νωρίς σημαντικό αγροτικό και παραγωγικό κέντρο της νότιας Κέρκυρας, με κύριους άξονες την καλλιέργεια της ελιάς, της αμπέλου και των σιτηρών.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο, η περιοχή εξακολούθησε να κατοικείται αδιαλείπτως, ενώ η οργάνωση του οικιστικού ιστού και η αμυντική της θωράκιση υπαγορεύθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη αντιμετώπισης των πειρατικών επιδρομών που έπλητταν συχνά τις παράκτιες ζώνες του Ιονίου.
Ιδιαίτερης σημασίας για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της Λευκίμμης υπήρξε η περίοδος της Ενετοκρατίας (1386–1797). Κατά το διάστημα αυτό παρατηρείται σταθερή πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη, ενώ ενισχύεται ο αγροτικός χαρακτήρας της περιοχής και εδραιώνεται η κοινωνική και διοικητική της συγκρότηση στο πλαίσιο του ενετικού κράτους.
Κατά τους νεότερους χρόνους, οι κάτοικοι της Λευκίμμης διακρίθηκαν για το έντονο αίσθημα τοπικής και συλλογικής ταυτότητας, συμμετέχοντας ενεργά στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της Κέρκυρας και των Επτανήσων, ιδίως κατά την περίοδο που προηγήθηκε και ακολούθησε την Ένωση των Επτανήσων με το Ελληνικό Κράτος το 1864.
Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, η Λευκίμμη εξελίχθηκε σε σημαντικό διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο της νότιας Κέρκυρας. Η ανάπτυξη της ναυτιλίας, του τοπικού εμπορίου και, μεταγενέστερα, του τουρισμού, συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης κοινωνικής και οικονομικής της δομής.
Στη σύγχρονη εποχή, η Λευκίμμη διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα στοιχεία της ιστορικής και πολιτιστικής της ταυτότητας, τόσο μέσω του πολεοδομικού της ιστού όσο και μέσω των θρησκευτικών και κοσμικών μνημείων της, αποτελώντας έναν ζωντανό ιστορικό και κοινωνικό πυρήνα της νότιας Κέρκυρας.